ΤΟ ΧΩΡΙΟΥΔΑΚΙ ΤΟΥ ΚΘΟΥΛΟΥ
ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΤΡΑΓΙΚΑ …….
ΜΕΡΟΣ 2o !
Κάπου στο κοντινό παρελθόν.
Ντρινγκ,
ντρινγκ! Ξάφνου το τηλέφωνο στο
σπίτι χτυπά. Ήταν ο Στέλιος. «Έλα Μήτσο, τέλειωσα από τη δουλειά. Θες να’ρθεις
από δω και να πάμε καμιά βόλτα;»
«Εντάξει Στέλιο, δωσ’μου δέκα λεπτά να ετοιμαστώ,
παίρνω τη μηχανή κι έρχομαι».
Είμαι στην Πατησίων, στο ύψος της Κυψέλης, και
προσπερνάω χαιρέκακα έναν παραδοσιακό δικυκλιστή της αστυνομίας με φάτσα
θαλάσσιου ελέφαντα και μουστάκα, κοιλίτσα ταμπουρλέ από τα πολλά κοτόπουλα και
τις δοσοληψίες του (πρέπει να υπηρέτησε κάποτε σε χωριό και να του έδιναν
πεσκέσια κοτόπουλα ωσάν καλός χωροφύλακας που ήταν), και πατροπαράδοτο κράνος
με δερμάτινα αυτάκια. Μου ρίχνει μια
κακιασμένη ματιά, πατάω γκάζι και χάνομαι.
Φτάνω στο Γαλάτσι. Από το ισόγειο μιας σκοτεινής
εγκαταλελειμμένης νεοκλασικής οικίας ίσα που αχνοφέγγιζε ένα φως. «Στέλιο!
Στέλιο! Είσαι μέσα;» Βγαίνει ο Στέλιος γεμάτος με μπογιές από πάνω ως κάτω.
«Έλα, τελείωσα. Μαζεύω τα εργαλεία μου και φεύγουμε!» Πράγματι σ’ένα λεπτό
εμφανίζεται κρατώντας στο ένα χέρι το κράνος του, και στο άλλο χέρι μια
καλογυαλισμένη νεκροκεφαλή.
«Τ’ειν’τουτο πάλι;!!»
«Ποιο, το κράνος μου;»
«Όχι! Η νεκροκεφαλή!»
«Α, τίποτα. Την πήρα να την κάνω πορτατίφ!»
«Καλά, που
τη βρήκες;»
«Το σπίτι ανήκει σ’ένα γιατρό, και με την
ανακαίνιση δεν τη χρειαζόταν, οπότε του τη ζήτησα και μου την έδωσε.»
«Και πως θα την κουβαλήσουμε;»
«Ε, είναι απλό.» Και με μια κίνηση, τη βάζει μέσα
στο κράνος του.

Ξεκινάμε για το γυρισμό προς το κέντρο της Αθήνας,
και φτάνοντας πάλι στο ύψος της Κυψέλης, βλέπουμε από απόσταση τη φιγούρα ενός
αστυνόμου να μας κάνει σήμα να σταματήσουμε, και ως νομοταγείς πολίτες
σταματήσαμε. Στο πρόσωπο του οργάνου, βλέπω τον θαλάσσιο ελέφαντα που
προσπέρασα πηγαίνοντας. Με ύφος χιλίων καρδιναλίων και με την εξουσία να
ξεχειλίζει από το παχυλό του μουστάκι, μας πλησιάζει και με ένα μειδίαμα μας
λέει: «Κύριοι, τα χαρτιά σας.» Του τα δίνουμε, και με αργή, βασανιστική κίνηση,
πλησιάζει στη μοτοσικλέτα του, τα τσεκάρει, κι επανέρχεται δριμύτερος κρατώντας
το μπλοκ των κλήσεων. «Τα χαρτιά είναι εντάξει. Αλλά γιατί εσείς, κύριε, δεν
φοράτε το κράνος σας και το έχετε περασμένο στον αγκώνα;»
Ο Στέλιος, ατάραχος, του λέει αποφασιστικά: «Μα
είναι κατειλημμένο.»
«Ποιο είναι κατειλημμένο;»
«Το κράνος.»
«Θες να μας πεις ότι το κράνος αυτή τη στιγμή έχει
κάτι μέσα;»
«Ναι. Έχει το κεφάλι του παππού μου…»
Το όργανο αρχίζει και κοκκινίζει. Η πίεσή του
πρέπει να βάρεσε 20, και με αγριεμένο ύφος μας λέει «Με δουλεύετε ρε
κωλόπαιδα;»
«Όχι κύριε αστυνόμε! Μπορείτε να το δείτε και μόνος σας. Είναι ο παππούς μου
μέσα! » Και με μια κίνηση ο Στέλιος του πετάει το κράνος. Του αστυνόμου του
πέφτουν τα μπλοκάκια, και το πιάνει από τη μεριά του προσώπου. Το κοιτάει
αποσβολωμένος, παίρνοντας μια έκφραση τρόμου και αηδίας, ξαναπετάει το κράνος
προς τον φίλο μου και με μια κραυγή λέει «Πάρτε το από εδώ αυτό το πράγμα κι
εξαφανιστείτε!»
Ατάραχοι εμείς συνεχίζουμε τη διαδρομή μας, και
φτάνοντας στο σπίτι του Στέλιου, συνειδητοποιούμε ότι μια νεκροκεφαλή μέσα
σ’ένα κράνος είναι πάντα χρήσιμη! Από τότε, η νεκροκεφαλή αυτή, μεταποιημένη σε
λαμπατέρ, κοσμεί το κομοδίνο του φίλου μου.
Οποιαδήποτε
σχέση με αληθινά πρόσωπα και καταστάσεις διαψεύδεται κατηγορηματικά!
Σύντομα
ξανά κοντά σας J
By Vitriologos